Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2009



ΤΟ ΔΩΡΟ ΤΟΥ ΑΗ-ΒΑΣΙΛΗ

Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα.Ο καπνός έβγαινε δειλά,μα τόσο αποφασιστικά,από τις καπνοδόχους των σπιτιών και σκαρφάλωνε σιγά-σιγά στον γκρίζο Χειμωνιάτικο ουρανό.Λευκές,χαριτωμένες νιφάδες χιονιού στροβιλίζονταν σε έναν ατέλειωτο μαγευτικό χορό.




Το τοπίο είχε φορέσει πια την καλή άσπρη φορεσιά του και περίμενε την μεγάλη και τόσο λαμπρή ημέρα.Την ημέρα που θα έφερνε την γέννηση του μικρού Χριστού και πολλές-πολλές σακούλες με παιχνίδια για τα καλά παιδάκια.Λευκές,σαν από σαντιγή,οι στέγες των σπιτιών.Λευκά τα έλατα,λευκό και το χορτάρι.Όλα καλυμμένα από το χρώμα της αθωότητας.
Και κάπου εκεί,στα τόσα λευκά σπίτια,και το εργαστήρι του καλού μας Άη-Βασίλη,του αγαπημένου Αγίου μικρών και μεγάλων.Χιλιάδες τα γράμματα που του έστελναν,μικροί και μεγάλοι.Αυτές τις ημέρες,ακόμη πιο πολλά!




Όλοι είχαν κι από κάτι να του ζητήσουν.Τρενάκια,κούκλες,καραμέλες,γλυφιτζούρια…τα μικρά παιδιά…Ευτηχία,υγεία και αγάπη οι μεγαλύτεροι.Κι ενώ σε όλους έδινε τα δώρα που του ζητούσαν,κανένας τους μέχρι κι εκείνη τη στιγμή δεν σκέφτηκε να του χαρίσει κάτι ως ευχαριστώ.Κι όμως,ο ταπεινός και αγαθός παππούλης ποτέ του δεν παραπονέθηκε για την αχαριστία των ανθρώπων.




<<Εμπρός καλοί και πιστοί συνεργάτες μου>> είπε<<Ας πιάσουμε δουλειά!Τα γράμματα φέτος είναι πάρα πολλά και όλοι πρέπει να πάρουν δώρα και ιδίως οι μικροί μας φίλοι,τα παιδιά!Να μην δυσαρεστήσουμε κανέναν!Άς πιάσουμε δουλειά γρήγορα για να τελειώσουμε πριν την βραδιά των Χριστουγέννων!>>




Κι έτσι,ο καλός μας Άη-Βασίλης παρέα πάντοτε με τους καλούς και πιστούς,εδώ και χρόνια,συνεργάτες του έπιασαν την σκληρή μα τόσο όμορφη δουλειά τους,την ανάγνωση δηλαδή των γραμμάτων και την κατασκευή των δώρων.




Και οι ημέρες περνούσαν κι όλο και πιο πολλά γράμματα ερχόταν στο ταπεινό και μικρό εργαστήρι του Άη-Βασίλη,κυρίως από μικρά παιδάκια που ζητούσαν κάποιο παιγχνίδι,άλλα που του ζητούσαν σακούλες με γλυκίσματα και λιχουδιές για όλον τον υπόλοιπο χρόνο και κάποια που του ζητούσαν ένα μικρό αδερφάκι για να παίζουν μαζί του.




Ανάμεσα στα τόσα πολλά γράμματα όμως,υπήρξε κι ένα που συγκίνησε βαθύτατα τον καλό μας Άγιο.Αυτό το γράμμα άγγιξε αμέσως την χρυσή καρδιά του.Και ίσως επειδή επρόκειτο για ένα γράμμα μη εγωιστικό.



<Καλέ μου Άη-Βασίλη,το όνομά μου είναι Φράνγκο,είμαι δέκα ετών και σου στέλνω αυτό το γράμμα,μαζί με όλη μου την αγάπη,από την Γαλλία.Το ξέρω ότι πολλά παιδάκια σου ζητάνε υλικά αγαθά και κυρίως παιχνίδια όπως τρενάκια,κούκλες,αρκουδάκια..ακόμη και γλυκές λιχουδιές.Εγώ όμως δεν θέλω να σου ζητήσω τίποτε από αυτά.Θέλω μονάχα να κάνεις καλά την μικρή αδελφούλα μου.Αυτό είναι το δώρο που θέλω να σου ζητήσω για τα φετινά Χριστούγεννα.Άγιε μου Βασίλη,γιάτρεψε την μικρή αδελφή μου Μαίρη. Είναι φιλάσθενη.Κάνε την να μην είναι πια…>>



<<Είδες Πατρίκιο!>>γυρνάει και λέει με μεγάλο θαυμασμό και απορία ταυτόχρονα ο καλός μας Άγιος σε έναν από τους συνεργάτες του.<<Και νόμιζα ότι όλα τα παιδιά στις μέρες μας έχουν κυριευτεί από εγωισμό.Βέβαια,αυτό που μου ζητά ο μικρός Φράνκο μπορεί να του το δώσει μονάχα ο Θεός γι’αυτό θα προσευχηθώ σε αυτόν κι ελπίζω να λάβει το δώρο που μου ζήτησε!>>



Αυτό και έκανε.Γιατί μπορεί να ήταν μεγάλος σε ηλικία,με κάτασπρα σαν βαμβάκι μαλλιά και γένια,η καρδιά του όμως ήταν τόσο αθώα και καλή όπως η καρδιά ενός νεογέννητου πλάσματος.



Και η μέρα γινότανε νύχτα και η νύχτα πάλι ημέρα και ο χρόνος έτρεχε σαν βιαστικό ταξιδιάρικο πουλί.Το κρύο δυνάμωνε και το χιόνι έκανε όλο και περισσότερο λευκό και Χειμωνιάτικο το τοπίο.Τα Χριστούγεννα πλησίαζαν όλο και πιο πολύ!



Για τον λόγο αυτό,η προετοιμασία για την μεγάλη και λαμπρή ημέρα των Χριστουγέννων γινόταν πλέον πυρετωδώς στο μικρό εργαστήρι του Άη-Βασίλη.Κάποια παιδιά μάλιστα έστελναν τώρα τα γράμματά τους.



Οπότε,ο Άη-Βασίλης έκανε ότι ήταν ανθρωπίνως δυνατό για να μπορέσει,όχι μόνο να διαβάσει έγκαιρα τα τελευταία γράμματα που του έστελναν,αλλά και για να προσφέρει στον αποστολέα καθένα γράμματος το δώρο που του ζητούσε.Άλλωστε αυτός κανέναν δεν ήθελε να κακοκαρδίσει!



Ανάμεσα στα γράμματα της τελευταίας στιγμής ήταν κι εκείνα της Μαριλένας,του Αντώνη και της Άννας.Τρία γράμματα από τρία χαριτωμένα αδελφάκια.<<Λοιπόν, τί δώρα να ζητήσουμε φέτος από τον καλό μας Άη-Βασίλη;>>ρώτησε με μεγάλη απορία η Μαριλένα στα άλλα δύο αδελφάκια της<<Παιχνίδια.Τι άλλο!>>αποκρίθηκε η Άννα η μικρότερη της οικογένειας.Ο Αντώνης όμως,την ώρα που οι δύο αδελφές του σκεφτόντουσαν και ξανασκεφτόντουσαν τί δώρα θα ζητούσαν φέτος από τον Άη-Βασίλη,έμοιαζε βαθιά απορροφημένος σε άλλες σκέψεις,και όταν η Άννα και η Μαριλένα γύρισαν και τον ρώτησαν με μεγάλη απορία τι σκεφτόταν εκείνος τις απάντησε:<<Το Δώρο του Άη-Βασίλη!>> Οι δύο αδελφές κοίταξαν σαστησμένες η μία την άλλη και ύστερα αναφώνησαν ταυτόχρονα με μεγάλη απορία:<<Το Δώρο του Άη-Βασίλη!>> <<Ναι!Το δώρο του Άη-Βασίλη!>> απάντησε ο Αντώνης <<Τόσο παράξενο σας ακούγεται;Αυτός τους σκέφτεται όλους!Όλοι παίρνουμε κάποιο δώρο από αυτόν..Κάθε χρόνο!Άυτός όμως;Αξίζει και σε αυτόν ένα δώρο!Δεν το νομίζετε κι εσείς;>>



Και οι δύο αδελφές,αναγνωρίζοντας το πόσο εγωιστικά σκέφτηκαν,γι’ ακόμη μια φορά,χαμήλωσαν ως το πάτωμα τα λυπημένα τους μουτράκια..Συμφώνησαν με την ιδέα του Αντώνη κι άρχισαν να ψάχνουν κάποιο δώρο για τον Άγιο Βασίλη.Και είχαν πολλές ιδέες.Μέχρι που σκέφτηκαν να του πάρουν μια δεύτερη φορεσιά για τις πολύ κρύες ημέρες του Χειμώνα.Επειδή όμως δεν ήταν παρά μονάχα τρία μικρά παιδάκια,συμφώνησαν να του δώσουν ο καθένας από κάτι συμβολικό.Έτσι,η Άννα,θα του χάριζε για δώρο την αγαπημένη της κούκλα Ντίνι,ο Αντώνης το αγαπημένο του βιβλίο και η Μαριλένα την αγαπημένη χρυσαφένια κορδέλα της, με την οποία κάθε μέρα έδενε τα μαλλιά της.



Βέβαια,γιορτές χωρίς καθόλου δώρα δεν γίνονται γι’αυτό και θα του ζητούσαν δώρα!Όχι όμως παιχνίδια αλλά υγεία,αγάπη και ευτυχία για όλη την υπόλοιπη χρονιά!Κι επειδή ήθελαν,όχι μόνο να του δώσουν τα δώρα αλλά και να τον συναντήσουν από πολύ κοντά,όπως άλλωστε κι όλα τα παιδιά,αποφάσησαν να φύγουν κρυφά από το σπίτι προκειμένου να τον βρούν.Πήραν λοιπόν τον δρόμο τον μακρύ,μακρύ το μονοπάτι για να συναντήσουν από κοντά τον αγαπημένο Άγιο όλων των παιδιών,τον Άη-Βασίλη.Και ο δρόμος δεν ήταν καθόλου εύκολος.Σε κάποια σημεία ήταν δύσβατος,το κρύο τρυπούσε τα τρυφερά τους κορμιά,το χιόνι τους έτσουζε τα μάτια..τα τρία αδελφάκια όμως στιγμή δεν σκέφτηκαν να γυρίσουν πίσω.Και τα όλο και πιο κρύα βράδια,όλο και κάπου έβρισκαν να ξαποστάσουν,γιατί ευτηχώς και στις μέρες μας η ανθρωπότητα δεν έχει χαθεί εντελώς.



Κάποιο βράδυ όμως,ένα από τα τρία αδέλφια,η Άννα,αρρώστησε βαριά.Ευτυχώς εκείνη την στιγμή έτυχε να περνάει από εκεί ένας περαστικός και βοήθησε την όλη κατάσταση.Ήταν ο κύρ Στέφανος,ο καλύτερος άνθρωπος του χωριού.Πήρε,χωρίς δεύτερη σκέψη τα τρία παιδιά στο σπίτι του,τα σκέπασε με ζεστές κουβέρτες και τα έδωσε από μια κούπα με ζεστή σοκολάτα για να πιούν.Όταν συνήλθαν κάπως από το κρύο,τα ρώτησε έκπληκτος που πηγαίνουν με τέτοιο καιρό.<<Στον Άη-Βασίλη>>του απάντησε η Μαριλένα <<Φύγαμε κρυφά από το σπίτι μας και περπατάμε εδώ και βδομάδες με σκοπό να τον συναντήσουμε.Έχουμε και τρία δώρα να του δώσουμε γιατί σκεφτήκαμε πώς είναι πολύ άδικο αυτός να δίνει δώρα σε όλους κι ο ίδιος να μην έχει το δικό του δώρο.>>



Ο άνδρας, θαύμασε την γενναιόδωρη αυτή χειρονομία των παιδιών και τους υποσχέθηκε ότι θα πήγαινε κι αυτός μαζί τους,όταν θα γινόταν εντελώς καλά η μικρή τους αδελφή.Τους εκμυστηρεύτηκε μάλιστα ότι όταν ήταν κι εκείνος μικρό παιδί είχε μεγάλη επιθυμία να γνωρίσει από κοντά τον Άη-Βασίλη.Εν τω μεταξύ,στο εργαστήρι του καλού μας Άη-Βασίλη επικρατούσε ένας πανικός.Τα γράμματα είχαν φθάσει έως το ταβάνι!Λίγα ακόμη και θα τρυπούσαν την σκεπή!



Ο Άη-Βασίλης άρχισε να προετοιμάζει για την μεγάλη ημέρα το έλκηθρο και τους ταράνδους του.Τους κρέμασε τις κόκκινες κορδέλες με τα ασημένια κουδουνάκια,γυάλησε το τρίχωμα και τα χρυσά τους κέρατα.Έριξε και στο έλκηθρο λίγη από την μαγική σκόνη για να μπορέσει να πετάξει πάνω από τις στέγες όλων των σπιτιών,και ύστερα χαμογέλασε ευχαριστημένος. <<Όλα έτοιμα λοιπόν για την μεγάλη ημέρα!>>είπε<<Ποιόν σάκο μου όμως να διαλέξω φέτος με τόσα πολλά δώρα;>> <<Αγαπητέ μου Άγιε πάρε τον μεγαλύτερο>>του απάντησε ο Μάρκο ένας από τους συνεργάτες του. <<Πάρε τον μεγαλύτερο αλλιώς που θα χωρέσουν δύο εκατομμύρια δώρα!>> <<Τόσα πολλά;>>ρώτησε κατάπληκτος ο καλός μας Άγιος .<<Άς είναι!>>είπε <<Αρκεί να φέρουν ευτυχία και περισσότερα παιδικά χαμόγελα!>>



Μετά από μία εβδομάδα η Άννα κατάφερε να αναρρώσει εντελώς κι έτσι όλα ήταν έτοιμα για να αρχίσουν ξανά , τα τρία αδελφάκια,παρέα όμως και με τον κυρ Στέφανο αυτή την φορά,το ταξίδι τους προς τον Άη-Βασίλη.



Περπατούσαν βδομάδες και βδομάδες και τελικά κατάφεραν να τον συναντήσουν.<<Κοιτάξτε εκεί!Είναι ο Άη-Βασίλης!>>φώναξε με μεγάλο ενθουσιασμό η Μαριλένα.<<Ναι αλλά δεν τον προλαβαίνουμε..Φεύγει..>>είπε με μεγάλη απογοήτευση ο Αντώνης.Ο κυρ Στέφανος όμως, παρότρυνε τα παιδιά να τρέξουν όσο πιο γρήγορα γινόταν,γιατί έτσι ίσως και να τον προλάβαιναν.Έτρεξαν λοιπόν και τα τρία,τόσο γρήγορα,με πόδια σαν τον άνεμο.<<Άη-Βασίλη,μην φεύγεις!>>του φώναξαν με βροντερή φωνή και τα τρία μαζί.<<Σου φέραμε το δώρο σου!>> <<Το δώρο μου!>>σκέφτηκε με μεγάλη απορία ο αγαθός παππούλης.<<Καλά αλλά βιαστείτε!Δεν έχω πολύ χρόνο!>> τους φώναξε.


Τους βγήκε η ψυχή από το πολύ τρέξιμο, τελικά όμως προλάβανε.<<Κάναμε πολύ δρόμο.Μόνο και μόνο για να σε δούμε από κοντά.Έχουμε και δώρο να σου δώσουμε!Δώρο μονάχα για σένα!>> Σάστισε ο παππούλης! <<Καλά..Άμα είναι να σας γυρίσω στο σπίτι σας και όταν φθάσουμε μου το δίνετε..>>είπε.Γύρισε τα παιδιά στο σπίτι τους και βιάστηκε να φύγει. <<Ε,Άγιε Βασίλη!Το δώρο σου!>>του φώναξε ο Άντώνης,και η Μαριλένα αμέσως έφερε το χρυσοτυλιγμένο πακέτο.<<Άνοιξέ το!>>του φώναξε ανυπόμονα η Άννα.Και ανοίγοντας το,ο Άη-Βασίλης βούρκωσε.<<Σου δίνουμε τα αγαπημένα μας πράγματα,μαζί με όλη μας την αγάπη για να μας θυμάσαι!>>του είπε η Άννα.Και βαθύτατα συγκινημένος ο καλός μας Άγιος γυρνάει και της λέει <<Γλυκιά μου,έτσι κι αλλιώς θα σας θυμάμαι,για πάντα!Μου κάνατε το ωραιότερο δώρο που έχω πάρει ποτέ!Την αγάπη!>>είπε ο καλός μας Άγιος και δίνοντας από ένα ζεστό φιλί στο κάθε αδελφάκι χάθηκε ψηλά στον ουρανό για να μοιράσει τα χριστουγεννιάτικα δώρα!
Τ Ε Λ Ο Σ

Ο ΚΗΠΟΣ ΜΕ ΤΑ ΚΡΙΝΑ

Κάπου στα όνειρά μου είχα δει,
έναν κήπο γεμάτο με όμορφα κρίνα.
Διάφανα … Γυάλινα …
Όμορφα και εύθραυστα …
Με μυρωδιά σα θεία ευωδεία … Άϋλα …
Όμορφα φαντάσματα του παρελθόντος!
_________________


Ξύπνησα … και ο κήπος ήταν εκεί …
Μα δεν είχε κρίνα!
Είχε κάκτους!
Τριαντάφυλλα με μυτερά αγκάθια στον κορμό τους!
Αγκάθια και γαϊδουράγκαθα!
Μυρωδιά από σάπιο χώμα!
_____________________


Επιστροφή στην πραγματικότητα …
Τί οδυνηρό!
________________________


Κάποτε στον ύπνο μου είχα δεί,
έναν κήπο με όμορφα κρίνα …



Γειά σας!! Λοιπόν, εδώ μπορείτε να βρείτε το άλλο σας μισό.. πλάκα κανω!!